γάμμα

γάμμα, τό, indecl.,
A the letter

γ. X.Cyr.7.1.5

, Oec.19.9, etc.:—also [full] γέμμα Demoer.19. (Aram. gamla' 'camel'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γάμμα — the letter neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάμμα (γ) — Το σύμβολο που χρησιμοποιείται για να δείξει τον λόγο των κύριων θερμοχωρητικοτήτων Cp/Cv ενός αερίου, όπου Cp η θερμοχωρητικότητα σε σταθερή πίεση και Cv η θερμοχωρητικότητα σε σταθερό όγκο. Αν χρησιμοποιήσουμε τον νόμο ισοκατανομής της… …   Dictionary of Greek

  • γάμμα γλουταμυλτρανσφεράση — Ένζυμο που είναι ευρέως κατανεμημένο στους ιστούς του σώματος και το οποίο εκκρίνεται στο αίμα όταν υφίσταται βλάβη ο ιστός (ειδικά ο ιστός του ήπατος) …   Dictionary of Greek

  • γάμμα σφαιρίνη — Ουσία που παρασκευάζεται από λιμνάζον αίμα, το οποίο περιέχει αντισώματα εναντίον πολλών συνηθισμένων λοιμώξεων. Χρησιμοποιείται κυρίως για την πρόληψη κατά της ηπατίτιδας Α και της ιλαράς …   Dictionary of Greek

  • γάμμα, ακτίνες — Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται κατά την αποδιέγερση του πυρήνα ορισμένων ραδιενεργών στοιχείων. Δημιουργούνται επίσης κατά την εξάπλωση των σωματιδίων. Διακρίνονται από τις ακτίνες α και β λόγω της μεγαλύτερης διεισδυτικότητάς τους… …   Dictionary of Greek

  • γάμμα, αμινοβουτυρικό οξύ — (GABA). Νευροδιαβιβαστής που ελέγχει τη ροή των νευρικών ερεθισμάτων στον εγκέφαλο, παρεμποδίζοντας την έκκριση άλλων νευροδιαβιβαστών όπως είναι η ντοπαμίνη …   Dictionary of Greek

  • γάμμα, κάμερα — Συσκευή με την οποία απεικονίζεται η κατανομή των ραδιενεργών ενώσεων στο ανθρώπινο σώμα κατά τη διάγνωση όπου χρησιμοποιούνται ραδιοϊσότοπα. Αποτελείται από έναν μεγάλο λεπτό κρύσταλλο σπινθηρισμού και μια συστοιχία φωτοπολλαπλασιαστών που είναι …   Dictionary of Greek

  • γάμμ' — γάμμα , γάμμα the letter neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ραδιοθεραπεία — Η χρησιμοποίηση της ακτινοβολίας των φυσικών και τεχνητών ραδιενεργών ουσιών για θεραπευτικούς σκοπούς. Αμέσως μετά την ανακάλυψη της ραδιενέργειας από τους Γάλλους φυσικούς Μπεκερέλ και Κιουρί, διαπιστώθηκε και η βιολογική ενέργεια της. Το 1901… …   Dictionary of Greek

  • ενεργοποίησης, ανάλυση — Αναλυτική μέθοδος υψηλής ακρίβειας, κατά την οποία ενεργοποιείται το προς ανάλυση υλικό, αφού ακτινοβοληθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα με σωμάτια υψηλών ενεργειών (συνήθως νετρόνια) ή ακτίνες γάμμα και στη συνέχεια προσδιορίζεται το είδος και… …   Dictionary of Greek

  • αντισωμάτιο — Όρος με τον οποίο προσδιορίζεται στην πυρηνική φυσική ένα στοιχειώδες σωμάτιο που έχει ιδιότητες αντίθετες από τις ιδιότητες ενός καθορισμένου ατομικού σωματίου. Ένα α. είναι ένα είδος κατοπτρικής εικόνας ενός σωματίου: όταν ένα σωμάτιο και το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.